Αυτοαναφορά

Ν. Λυγερός

Μετάφραση από τα γαλλικά: Σάνη Καπράγκου




Ένα ον καθισμένο πάνω σε ένα παγκάκι σ’ ένα πάρκο, καθώς διαβάζει ένα βιβλίο. Δύο άνδρες σε μια γωνία της σκηνής.
Σ: Το είδες αυτό;
Ε: Τον καθήμενο περαστικό;
Σ: Ναι! Κάθεται στο παγκάκι μας! Το συνειδητοποιείς;
Ε: Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;
Σ: Κάτι πρέπει να κάνουμε …
Ε: Θα έπρεπε να μην το κουνήσουμε.
Σ: Eίναι μια σοφή ιδέα ... Αναρωτιέμαι τι διαβάζει.
Ε: Νομίζω πως είναι ένα βιβλίο.
Σ: Για τον τίτλο μιλούσα!
Ε: Σε γενικές γραμμές, αυτός ο τελευταίος βρίσκεται στο κάλυμμα. Στη θέση που βρίσκεται, θα είναι δύσκολο να τον διαβάσουμε. Χρόνος. Εκτός κι αν βρίσκεται στην κορυφή της σελίδας.
Σ: Πρέπει να πλησιάσουμε για να δούμε…
Ε: Δίκιο έχεις. Δεν φαίνεται κακός.
Σ: Κι έπειτα ακόμη κι αν είναι το δικό μας παγκάκι, είναι ένα δημόσιο παγκάκι.
Ε: Ακριβώς.

Πλησιάζουν με αργά βήματα, έπειτα αρχίζουν να το παρακάμπτουν.

Σ: Δεν τολμώ!
Ε: Δεν υπάρχει τίποτε να φοβηθούμε όμως.
Σ: Δεν ξέρω. Φοβάμαι να ενοχλήσω.
Ε: Η αλήθεια είναι πως μπορεί να διαταράξουμε την ανάγνωσή του.
Σ: Και θα ήθελα όλη μου τη ζωή.
Ε: Ωστόσο, πλησιάζοντας, του δείχνουμε το ενδιαφέρον μας.
Σ: Τότε λοιπόν, πρέπει να ενοχλείται κάποιος ακόμη και από ενδιαφέρον;
Ε: Μόνο εάν είναι αδιάφορος.
Σ: Τότε είναι δικό μας θέμα, όχι;
Ε: Ναι!
Σ: Ας πάρουμε λοιπόν το θάρρος μας στα δύο μας χέρια.

Αγκαλιάζονται και ξεκινούν.

Ε: Μην κάνεις θόρυβο!
Σ: Κάνω ό,τι μπορώ!
Κάθονται στην άκρη από το μπαγκάκι, όσο το δυνατό πιο μακρυά.
Ε: Κοιτάζοντας τον αναγνώστη. Δεν φαίνεται να τον ενοχλούμε…
Σ: Θα λέγαμε ότι δεν έχει συνείδηση της ύπαρξής μας.
Ε: Τούτο με ανησυχεί…
Σ: Μα γιατί;
Ε: Αναρωτιέμαι για το κείμενο. Χρόνος. Πουθενά δεν είδαμε χαρακτηριστικά για μας…
Σ: Και απ’ αυτό συνάγεις την απουσία τους;
Ε: Τούτο είναι μία πιθανότητα που δεν μπορούμε εύκολα να αποκλείσουμε.
Σ: Δίκιο έχεις, σ’ αυτή την περίπτωση όμως, οι άλλοι δεν έχουν αναγκαστικά συνείδηση για μας.
Ε: Είναι ακριβώς αυτό που μ’ ενοχλεί… Ωστόσο υπάρχει ένα μέσο για να ξεπεραστεί αυτή η απορία.
Σ: Να αποφασίσουμε ότι αυτό δεν έχει σημασία.
Ε: Όχι, όχι! Θα προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε επαφή…
Σ: Παρατηρεί από πάνω ως κάτω τον καθήμενο περαστικό. Με το ον;
Ε: Απαλά. Ακριβώς.
Σ: Εντάξει λοιπόν, εσύ κάνε παιγνίδι!
Ε: Το θάρρος σου είναι εντυπωσιακό.
Σ: Φυσιολογικό, έχω μεγαλύτερη επίγνωση του κινδύνου.
Ε: Σ’ αυτή την περίπτωση… Απλώνει αργά το χέρι ως τον αναγνώστη, μετά τελειώνει αγγίζοντας τον ώμο του. Σιωπή. Μα ο τελευταίος δεν αντιδρά.
Σ: Έχεις δίκιο, η περίπτωση είναι πολύ πιο σοβαρή απ’ ό,τι νόμιζα.
Ε: Ίσως είναι απορροφημένος από την ανάγνωσή του. Επιχειρεί μια νέα προσπάθεια. Το ίδιο παιγνίδι.
Σ: Είναι μάταιο.
Ε: Προτού εγκαταλείψουμε πρέπει να σκεφτούμε.
Σ: Αυτό δεν μπορεί να μας βλάψει! Χρόνος. Τελικά νομίζω …
Ε: Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας για να λύσουμε αυτό το αίνιγμα.
Σ: Θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τον τίτλο του έργου... Σκύβει, μετά παίρνει τέσσερις στάσεις, παίρνει μπρος και διαβάζει. Σιωπή.
Ε: Λοιπόν;
Σ: Απίστευτο! Μένει ακίνητος.
Ε: Αυτός είν’ ο τίτλος;
Σ: Όχι, ο τίτλος είναι: Αυτοαναφορά..
Ε: Αυτός είναι οπωσδήποτε ο μόνος τίτλος που δεν μπορεί τίποτε να μας μάθει. Τουλάχιστον… Χρόνος σκέψης. Όχι ακριβώς…
Σ: Τουλάχιστον, είμαστε σταθεροί!
Ε: Το αίνιγμα είναι κατά Gödel.
Σ: Tώρα, όλα θα είναι πιο δύσκολα ...
Ε: Μας μένει ακόμη μια πιθανότητα: το κείμενο!
Σ: Eνώ σηκώνεται απότομα. Μα βέβαια το κείμενο! Κάνει τον γύρο από το παγκάκι και πάει πάνω από τον ώμο του αναγνώστη.
Ε: Λοιπόν; Πού είναι;
Σ: Προς την αρχή …
Ε: Ωραία! Στη συνέχεια … Το κείμενο…
Σ: Το κείμενο λέει: Γέρνω πάνω από τον ώμο του αναγνώστη και διαβάζω το κείμενο.
Ε: Δεν σου λέω να μου πεις τι κάνεις, μα τι διαβάζεις.
Σ: Είναι ακριβώς αυτό που κάνω!
Ε: Eίναι ακριβώς αυτό για το οποίο σε κατηγορώ!
Σ: Θέλω να πω είναι ακριβώς αυτό που διαβάζω…
Ε: Θες να πεις πως μου είπες αυτό που μου διάβασες.
Σ: Καλύτερα δεν θα το διάβαζα.
Ε: Είναι απίστευτο!
Σ: Κοιτάζοντας το βιβλίο . Είναι αυτό που λές.
Ε: Το ξέρω πολύ καλά!
Σ: Είναι που το κείμενο γράφει για σένα…
Ε: Πώς;
Σ: Ήμουν σίγουρος ότι αυτό θα έλεγες!
Ε: Μα γιατί;
Σ: Δείχνοντας το βιβλίο. Επειδή το διάβασα στο κείμενο!
Ε: Άρα το κείμενο μιλάει για μας;
Σ: Τι θα μπορούσα να συμπληρώσω ;
Ε: Επιτέλους πες μια λέξη!
Σ: Τι;
Ε: Μια άλλη!
Σ: Γιατί;
Ε: Μα όχι! Πες κάτι!
Σ: Κάτι!
Ε: Αυτή τη φορά πάει πολύ. Σηκώνεται.
Σ: Χωρίς να τον κοιτάζει, διαβάζει το βιβλίο. Ξεκινάει αργά ενώ σκέφτεται. Κάνει μια παύση. Μετά ξαναρχίζει. Διστακτικός, κάθεται στην άκρη από το παγκάκι και πιάνει μες τα χέρια του το κεφάλι του. Μένει ακίνητος. Σιωπή. Μετά, εντελώς ξαφνικά...
Ε: Όλ’ αυτά είναι μέσα στο κείμενο;
Σ: Ναι! Ακόμη κι η ερώτησή σου!
Ε: Ακόμη κι η ερώτησή μου!
Σ: Και το θαυμαστικό σου επίσης …
Ε: Αντιλαμβάνεσαι, αυτό ένα πείραμα. Χρόνος. Ήθελα να δω αν το κείμενο μιλούσε για μας ακόμη και αν εγώ κρυβόμουνα.
Σ: Είδες, αυτό είναι η περίπτωση…
Ε: Τότε η παρουσία αυτού του καθήμενου περαστικού ήταν ένα σημάδι.
Σ: Συνήθως κανείς δεν κάθεται στο παγκάκι μας.
Ε: Εκτός από μας!
Σ: Ποιος είναι ο λόγος της παρουσίας του;
Ε: Εμείς πρέπει να το ανακαλύψουμε… Μόνο… Με ποια μέθοδο; Σιωπή.
Σ: Νομίζω πως έχω μια ιδέα… Το κείμενο μιλάει ακριβώς για μας, έχει αποδειχθεί…
Ε: Ωραία! Έχεις απόλυτο δίκιο!
Σ: Το κείμενο μιλάει ίσως για τα πάντα …
Ε: Και ιδιαίτερα, για τον αναγνώστη. Γρήγορα! Γρήγορα! Διάβασε το κείμενο! Επιστρέφει στο παγκάκι.
Σ: Όσο εγώ διαβάζω πάνω από τον ώμο του, ο αναγνώστης εξακολουθεί να διαβάζει το κείμενο. Φαίνεται απορροφημένος από το περιεχόμενό του.
Ε: Είναι φοβερό! Το κείμενο μιλάει γι’ αυτόν μα δεν δίνει καμία πληροφορία.
Σ: Καμία άλλη από αυτήν που ήδη ξέρουμε …
Ε: Μα τι ήρθαμε να κάνουμε μέσα στο κείμενο;
Σ: Να υπάρξουμε!
Ε: Ναι, το κείμενο είναι η απόδειξη της ύπαρξής μας …
Σ: Μέσα στη συνείδηση του συγγραφέα.
Ε: Νομίζεις πως μας σκέφτεται;
Σ: Νομίζω πως μας αγαπά…
Ε: Γιατί το λες αυτό;
Σ: Επειδή διαβάζω το κείμενο: “Ήτανε κι οι δυο τους μαζί, ενώ προσπαθούσαν να λύσουν το αίνιγμα της ύπαρξής τους. Μαζί, άρχιζαν, βήμα-βήμα, μέσα σ’ αυτήν την ανάλυση βοηθούμενοι από το κείμενο. Μαζί, χωρίς εχθρότητα, ενδιαφέρονταν για την κατάστασή τους βοηθώντας ο ένας τον άλλον’’.
Ε: Η αλήθεια είναι ότι είμαστε πάντα μαζί. Σ’ αυτό το σημείο, είναι και οι δύο καθισμένοι από την μία και την άλλη πλευρά του αναγνώστη. Και η αλήθεια είναι ότι αυτός μας αγαπά. Σιωπή. Ξαναβρήκες τον φίλο;
Σ: Το βιβλίο του Fred ;
Ε: Με τόνο θλιμμένο. Ναι, το έχεις διαβάσει;
Σ: Ναι, βέβαια! Μα γιατί μου το ρωτάς;
Ε: Μια ιδέα σαν αυτή… Είμαι πεπεισμένος ότι ο συγγραφέας σκέφτηκε αυτό το βιβλίο.
Σ: Γράφοντας το κείμενό του;
Ε: Το θεώρημα της μη πληρότητας του Gödel του 1931.
Σ: Ακριβώς.
Ε: Και οι πρώτες λέξεις του βιβλίου του Fred είναι: «Μπήκε στη ζωή μου τον Φεβρουάριο του 1932 για να μη βγει ποτέ.»
Σ: Άρα, όλο αυτό δεν είναι ένα απλό παιγνίδι.
Ε: Όχι, όχι! Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο! Σιωπή. Είναι ένας λεπτός συνδυασμός τύχης και ανάγκης.
Σ: Σ’ αυτή τη περίπτωση, βρισκόμαστε μέσα στην ανάγκη…
Ε: Ποιος σε συμβούλεψε να διαβάσεις αυτό το βιβλίο;
Σ: Δεν ξέρω!
Ε: Ούτε και 'γω! Χρόνος. Είναι παράξενο, ιδίως γιατί και οι δύο έχουμε καλή μνήμη.
Σ: Βλέπω που θέλεις να το πας… Ίσως είναι μια κίνηση του συγγραφέα. Όμως σ’ αυτή την περίπτωση, του μπήκε η ιδέα στο κεφάλι πριν από πολλούς μήνες… Και η σύλληψη του κειμένου χρονολογείται από τότε.
Ε: Ναι! Ναι! Αυτό είναι! Σιωπή. Μέσα στο βιβλίο, οι δύο φίλοι αγαπούσαν τη νομισματική …
Σ: Αυτό με είχε σημαδέψει!
Ε: Α καλά, είμαι σίγουρος πως στην τσέπη σου έχεις ένα νόμισμα.
Σ: Οι τσέπες μου είναι πάντα άδειες.
Ε: Κάνε έναν έλεγχο καλού κακού.
Σ: Ενώ σηκώνεται, βάζει το χέρι στην τσέπη. Είναι αλήθεια πως έχω ένα νόμισμα!
Ε: Για να δω! Για να δω! Του δίνει το νόμισμα. Είναι ένα νόμισμα ελληνικό. Όπως στο βιβλίο!
Σ: Ένα ελληνικό νόμισμα; Ξανακάθεται.
Ε: Έχει τη μορφή του Ομήρου!
Σ: Μα στο βιβλίο, έλεγε για του Αλεξάνδρου.
Ε: Προτιμάει να μας κάνει να σκεφτόμαστε κατ’ αναλογίαν!
Σ: Γιατί να το κάνει απλό, όταν μπορεί να το κάνει πολύπλοκο;
Ε: Μην απογοητεύεσαι! Μην ξεχνάς ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα πάντα! Κοίτα ποια χρονιά έχει χτυπηθεί. Του ξαναδίνει το νόμισμα.
Σ: Εξαιρετικά! Χρονολογείται του παρόντος έτους!
Ε: Τώρα, ξέρουμε τι σημαίνει το παρόν μας.
Σ: Είναι ένα πραγματικό δώρο!
Ε: Βλέπεις! Η ζωή είν’ ένα δώρο!
Σ: Συνεχίζουμε! Συνεχίζουμε!
Σ: Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο.
Γέρνουν και οι δύο πάνω στο βιβλίο.
Σ και Ε: Διαβάζουμε το κείμενο, αργά, σαν για να απολαμβάνουμε τις λέξεις.
Ε: Κάθε λέξη που διαβάζεται, είναι μια πρόσβαση στη γνώση.
Σ: Και η αρχή μιας συνειδητοποίησης.
Σ και Ε: “Επιστήμη χωρίς συνείδηση δεν είναι παρά ερείπια της ψυχής.”

Ξαφνικά ο καθήμενος περαστικός κλείνει το βιβλίο, μετά σηκώνεται και βγαίνει από τη σκηνή, κάτω από το αποσβολωμένο βλέμμα τους.

Σ: Ανήσυχος. Μα τι κάνει;
Ε: Νομίζω φεύγει …
Σ: Το είδα! Θέλω να πω γιατί φεύγει, τώρα… Προσποιείται ότι φεύγει.
Ε: Διότι είναι η κατάλληλη στιγμή.
Σ: Δεν είμαι εσύ… Ήμασταν στο σημείο να ανακαλύψουμε το μυστήριο της καταγωγής μας.
Ε: Όχι, όχι! Δεν ήταν αυτό το θέμα.
Σ: Μετά το ον, ιδού το τίποτε! Σιωπή. Έφυγε χωρίς τίποτε να πει …
Ε: Θα ήθελες να πει τι;
Σ: Όχι “τι”. Μια άλλη λέξη.
Ε: Ποια;
Σ: Ούτ’ αυτή!
Ε: Ωραία, λοιπόν τι σκέφτεσαι γι’ αυτήν: Τίποτε!
Σ: Η ύπαρξη χωρίς το τίποτε δεν έχει συνείδηση ύπαρξης.
Ε: Η απουσία μηνύματος δεν είναι οπωσδήποτε κενή νοήματος.
Σ: Άρα είπε κάτι δίχως να μιλήσει…
Ε: Αυτό είναι καλύτερο από το να μιλάει δίχως να λέει τίποτε…
Σ: Κοιτάζοντας το παγκάκι. Α! Μα είδες;
Ε: Τ’ είν’ τούτο;
Σ: Άφησε το βιβλίο στο παγκάκι! Σιωπή. Τώρα, επιτέλους θα μάθουμε…
Ε: Αυτό δεν είναι προφανές!
Σ: Μα τελικά, δεν είσαι σοβαρός! Το βιβλίο… ΤΟ βιβλίο είναι εδώ! Δείχνει το βιβλίο. Στη διάθεσή μας.
Ε: Περίμενε!
Σ: Τι είναι πάλι;
Ε: Αφήνοντάς μας μόνους, μας ελευθέρωσε… Σιωπή. Τώρα είμαστ’ ελεύθεροι να επιλέξουμε ανάμεσα στο να γνωρίσουμε ή όχι…
Σ: Μετά από σκέψη. Ψηφίζω υπέρ!
Ε: Κι εγώ! Καλά, πάρε το βιβλίο και άνοιξέ το.
Σ: Παίρνει το βιβλίο. Έγινε! Όμως σε ποια σελίδα το ανοίγω;
Ε: Δεν έχει σημασία. Άνοιξέ το και διάβαζε…
Σ: Καταλαβαίνω. Ανοίγει το βιβλίο και αρχίζει να διαβάζει. Ανοίγω το βιβλίο και αρχίζω να διαβάζω. Τα μάτια μου ψάχνουν απελπισμένα μία πληροφορία για μας, αλλά μάταια. Δεν διαβάζω παρά μόνο αυτά που διαβάζω.
Ε: Αμφέβαλα γι’ αυτό… Σιωπή.
Σ: Είναι εξοργιστικό, ωστόσο. Ξέρουμε ότι μπορούμε να ξέρουμε, αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε αυτό που μπορούμε να ξέρουμε.
Ε: Είναι μια γνώση ουροβόρος... Όλο το πρόβλημα προέρχεται από το γεγονός ότι μία πράξη εφαρμοσμένη αφ’ εαυτής της, μπορεί να χάσει το νόημά της.
Σ: Κάνοντας τη χειρονομία. Σαν να προσπαθείς να σηκωθείς τραβώντας τον εαυτό σου από το μπράτσο.
Ε: Άσε που στην περίπτωσή μας και η δράση είναι κωδικοποιημένη μέσα στο κείμενο…
Σ: Τι ακριβώς θέλεις να πεις;
Ε: Θα κάνουμε ένα πείραμα σκέψης. Πάνω σ’ αυτό το παγκάκι είμαστε 2. Όμως μέσα σ’ αυτή τη φράση υπάρχει 2 φορές ο αριθμός 2. Και στη δευτερολογία μου υπάρχει 4 φορές ο αριθμός 2. Εντούτοις πόσες φορές υπάρχει ο αριθμός 4.
Σ: Ε καλά, 2 φορές!
Ε: Ακριβώς! Μα εγώ δεν θα μπορούσα να το πω με έναν αριθμό χωρίς να κάνω λάθος στη δευτερολογία μου!
Σ: Και αν προσπαθούσαμε να διαβάσουμε το βιβλίο και οι δύο μα όχι στην ίδια σελίδα.
Ε: Ναι, ας δούμε τι μπορούμε να πιάσουμε.
Παίρνουν και οι δύο το βιβλίο και πιάνουν μία σελίδα στην τύχη.
Σ και Ε: Διαβάζω το πίσω μέρος της σελίδας σου! Παρά την έκπληξή τους, παραμένουν στο πείραμα, μετά από μια σιωπή που λέει πολλά.
Σ και Ε: Δεν θα έπρεπε να διαβάζουμε την ίδια φράση!
Κοιτάζονται.
Ε: Έχεις δίκιο. Θα διαβάσουμε ο καθένας μια διαφορετική φράση. Ή μάλλον, εσύ την ίδια και ΄γω μία άλλη.
Σ: Δεν θα έπρεπε να διαβάζουμε την ίδια φράση.
Ε: Διαβάζω μία διαφορετική φράση.
Σ και Ε: Αυτό λειτουργεί!

Κοιτάζονται χωρίς να λένε λέξη!

Σ: Σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα!
Ε: Πρέπει, λοιπόν, όχι μόνο να διαβάζουμε μια φράση διαφορετική. Μα και να σκεφτόμαστε άλλο πράγμα.
Σ: Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να βγούμε;
Ε: Από πού;
Σ: Από αυτή την αυτοαναφορά!

Κοιτάζονται. Το ίδιο παιγνίδι. Ξανακλείνουν το βιβλίο σαν να πρόκειται να σκεφτούν μια άλλη ιδέα, κλείνουν τα μάτια. Κατά τη διάρκεια αυτή, ο περαστικός ξανάρχεται, ξαναπαίρνει το βιβλίο το αφημένο πάνω στο παγκάκι και ξαναφεύγει αμέσως. Όταν βρίσκεται εκτός ορατότητας, ανοίγουν και πάλι τα μάτια.

Ε: Προσπαθούσα να δημιουργήσω κενό μέσα στο κεφάλι μου…
Σ: Το βιβλίο εξαφανίστηκε!
Ψάχνουν παντού, αλλά μάταια.
Ε: Μα δεν είναι δυνατόν!
Σ: Πρέπει να βρούμε το προφανές.
Ε: Είναι δυνατόν!
Σ: Ποιος θα μπορούσε να μας κλέψει το βιβλίο μας;
Ε: Το ον, το τίποτε, … ή τότε;
Σ: Ή τότε;
Ε: Ή τότε ο συγγραφέας…
Σ: Διστακτικός. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Γιατί θα το έκανε αυτό; Χρόνος. Κι έπειτα, μας αγαπάει, όχι;
Ε: Ίσως για το καλό μας!
Σ: Πώς μια κλοπή θα μπορούσε να παράγει το καλό;
Ε: Κι όμως, αυτό έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν…
Σ: Τότε αυτή η εξαφάνιση είναι ίσως ένα δώρο…
Ε: Ή ένα επιπλέον στοιχείο για να λύσει το αίνιγμα!
Σ: Γιατί πρέπει να μην μας μιλάει παρά μόνο με ενδείξεις;
Ε: Αυτή είναι μια διαδικασία που οδηγεί στην ανακάλυψη. Δεν πρέπει ν’ αγαπούμε τις αποκαλύψεις…
Σ: Νομίζεις ότι αυτή η ένδειξη θα μας βοηθήσει;
Ε: Πιθανόν… Μα δεν μου ήρθε ακόμη η έκλαμψη.
Σ: Ίσως θέλει να μας υποδείξει ότι η απουσία πληροφορίας είναι μια μορφή πληροφορίας.
Ε: Ίσως να είναι αυτό. Το βιβλίο δεν μας έδινε παρά μόνο τις πληροφορίες που είχαμε.
Σ: Και ούτε μία παραπάνω.
Ε: Και δεν έλεγε παρά μόνον αυτό που εμείς λέγαμε.
C : Η γνώση του είμαστε εμείς! Σιωπή. Ωστόσο εμείς βρισκόμαστε μέσα στην άγνοια…
Ε: Άγνοια ή όχι, ξέρουμε ΟΛΑ όσα ξέρουμε.
Σ: Όλα αυτά έχουν συνέπεια!
Ε: Μα ναι! Αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα! Όλα έχουν συνέπεια!
Σ: Αυτό λέω κι εγώ!
Ε: Όχι, δεν είναι αυτό που θέλω να πω.
Σ: Ε τότε τι θες να πεις;
Ε: Θέλω να πω ότι κάτω από το πρόσχημα της συνέπειας, η πληροφορία αυτή δεν μας φέρνει τίποτε που δεν ξέραμε.
Σ: Πώς θα μπορούσα να σε αναιρέσω;
Ε: Ακριβώς, το κλειδί είναι στην αντίφαση. Αυτή είναι που μας απελευθερώνει από τη συνέπεια και μας φέρνει πληροφορίες.
Σ: Αλλά αυτό είναι παράδοξο!
Ε: Και ναι και όχι! Το παράδοξο δημιουργεί μία αντίφαση που αφ’ εαυτής της δημιουργεί μία ασυνέπεια που φέρνει μία πληροφορία για το σύστημα.
Σ: Αυτό είναι όλο;
Ε: Ναι, προς το παρόν.
Σ: Ωστόσο αυτό δεν είναι ένα παράδοξο.
Ε: Όχι, αλλά θα το παράξουμε για να βγούμε απ’ αυτό.
Σ: Όσο πιο ισχυρό είναι το σύστημα, τόσο εμπεριέχει μειονεκτήματα…
Ε: Πρέπει να παράξουμε μια αντανάκλαση των εαυτών μας.
Σ: Τί άλλο κάνουμε, όλη αυτή την ώρα;
Ε: Σκεφτόμαστε, είν’ αλήθεια. Μα τώρα, πρέπει να σκεφτούμε πάνω στη σκέψη μας.
Σ: Ένα είδος μετα-σκέψης.
Ε: Ακριβώς ό,τι μας χρειάζεται!
Σ: Λοιπόν, νομίζω πως έχω μια ιδέα: αυτό το έργο δεν είναι μια αυτοαναφορά!
Σκοτάδι.
Χάρη στο σοκ που προκλήθηκε από την αποφασίσιμη πρόταση, ο C και ο S μεταμορφώνονται σε Γιώργο και Αλέξη. Είναι η αρχή του Alter Ego.







free counters


Opus