Ο άνθρωπος με το γαλάζιο δάκτυλο

Ν. Λυγερός




Οι αποστάσεις και τα διαστήματα ήταν το αρχικό του θέμα. Προσπαθούσε ν’ αποδώσει γραπτά, κρυφά νοητικά σχήματα. Όμως λίγο πριν αρχίσει το διήγημά του, η τύχη ή η ανάγκη, δεν ήξερε ακόμα, έσταξε πάνω στο δάκτυλό του. Είχε το χρώμα του γαλάζιου. Το μελάνι εισχώρησε μέσα του. Το κορμί του ήταν η θήκη του. Ένιωσε μέσα του αυτό το γαλάζιο αίμα. Ήταν τόσο ξαφνικό. Κι όμως δεν παραξενεύτηκε. Δεν ήταν μια καινούργια σχέση. Τη γνώριζε από παλιά. Ήταν μια ζωντανή ανάμνηση. Του ανήκε και της ανήκε δίχως συμβιβασμούς. Μπορεί να ήταν η τύχη, αν και δεν πίστευε στην τύχη. Μπορεί να ήταν η ανάγκη, αν και δεν ζούσε δίχως αυτήν. Δεν είχε σημασία. Είχε επιλέξει. Θα έγραφε την ιστορία του γαλάζιου. Με τα δάκτυλά του έπιασε μια πένα. Μόλις ακούμπησε το φτερό, το μελάνι έσταξε και πάλι. Αυτήν τη φορά όμως, χάραξε το χαρτί. Ήταν σαν να έγραφε κάποιος άλλος. Δεν ένιωθε καμιά δυσκολία. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τη γαλάζια αιμορραγία. Ήταν γραφτό. Αυτό έλεγε μέσα του, ενώ ο χείμαρρος πλημμύριζε τις κόλλες του. Η ιστορία είχε αποφασίσει. Αυτός είχε μόνο επιλέξει. Κοίταζε το γαλάζιο του δάκτυλο και ακολουθούσε το ρυθμό της πένας. Το φτερό χτυπούσε αδιάκοπα το χάρτινο αμόνι. Με το βάρος του μελανιού, το χαρτί έγινε πληγή και η πληγή γη. Ανάμεσα στις γραμμές δημιουργούσε έναν καινούργιο κόσμο. Ο κόσμος του φτερού ήταν μονόχρωμος και λιτός κι όμως είχε μέσα του όλον τον κόσμο. Ένιωσε όλη τη δύναμη της γραφής. Δεν υπήρχε πια ούτε η τύχη του Ίκαρου, ούτε η ανάγκη του Δαίδαλου. Το μοναδικό φτερό αιμορραγούσε για τον νέο κόσμο. Κατέγραφε κάθε στιγμή της αθανασίας του γαλάζιου. Με την παράξενη γραφή, το έργο δημιουργούσε το ον και το ασήμαντο έπαιρνε μορφή. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Ο ωκεανός του γαλάζιου έβρεχε και πάλι πάνω στην ξερή γη. Κάθε κύμα έγινε μια κίνηση και κάθε κίνηση, ένα χάδι. Οι αποστάσεις είχαν γίνει μικρές και τα διαστήματα μεγάλα. Έτσι γράφτηκε ο χρόνος.







free counters


Opus