Η σπασμένη χορδή

Ν. Λυγερός




Σκηνή 11




Οι άγνωστοι περπατούν μέσα στα χωματένια σοκάκια της Κομοτηνής. Έχουν παρκάρει το κίτρινο ταξί στην άκρη.

Άγνωστος: Εδώ είναι!

Άγνωστη: Τι είναι εδώ; Ποιος είναι εδώ;

Άγνωστος: Εδώ είναι που δεν υπάρχει γη... Σιωπή.

Άγνωστη: Δεν ήξερα ότι υπάρχει τέτοιο μέρος.

Άγνωστος: Ούτε εμείς υπάρχουμε για τους άλλους!

Στο βάθος ακούγονται τραγούδια και βιολιά. Οι άγνωστοι προχωρούν σιωπηλά.

Άγνωστη: Εδώ ακόμα και η σιωπή είναι μουσική.

Άγνωστος: Όμως ποιος μπορεί να την ακούσει;

Άγνωστη: Γιατί έπρεπε να έρθουμε εδώ;

Άγνωστος: Από εδώ φεύγουν τα πουλιά!

Άγνωστη: Και ποια πουλιά ψάχνουμε;

Ο άγνωστος βλέπει έναν πεσμένο γέρο . Φαίνεται πληγωμένος.

Άγνωστος: Ιάκωβε! Ιάκωβε!

Ο άγνωστος τρέχει προς τον γέρο και η άγνωστη τον ακολουθεί.

Ιάκωβος: Επιτέλους ήρθες παιδί μου!

Άγνωστος: Σου το είχα υποσχεθεί.

Άγνωστη: Κοιτάζοντας τον άγνωστο . Είναι πληγωμένος...

Άγνωστος: Ο Ιάκωβος είναι πάντα πληγωμένος.

Ο Ιάκωβος τούς χαμογελά.

Άγνωστη: Αλλά πάντα με το χαμόγελο στα χείλη... Μοιάζετε με εικόνα...

Ιάκωβος: Μια παλιά εικόνα τότε...

Άγνωστος: Βυζαντινή... Χρόνος. Πες μου τι έγινε.

Ιάκωβος: Από τότε που έφυγες άλλαξαν πολλά πράγματα.

Άγνωστη: Μα πότε ήρθες;

Άγνωστος: Ποιος σε χτύπησε;

Ιάκωβος: Το σκοτάδι της σελήνης.

Άγνωστος: Έρχονται λοιπόν...

Άγνωστη: Μα ποιοι έρχονται;

Ιάκωβος: Είναι ήδη εδώ...

Άγνωστος: Εκείνοι που δεν σέβονται τους προστάτες.

Άγνωστη: Ξαφνιασμένη, κοιτά τον γέρο. Ο Ιάκωβος είναι προστάτης;

Άγνωστος: Είναι ο μοναδικός!

Ο άγνωστος βοηθάει τον Ιάκωβο που προσπαθεί να περπατήσει.

Άγνωστος: Στον Ιάκωβο. Σου έσπασαν το πόδι...

Ιάκωβος: Όσο τα είχαν μαζί μου δεν χτυπούσαν τους άλλους. Χρόνος. Ελάτε να σας δείξω. Οι τρεις τους διασχίζουν τα δρομάκια. Ο Ιάκωβος τούς δείχνει ένα σπίτι. Σκύβουν για να περάσουν την πόρτα. Ακούγονται κλάματα. Αυτά έψαχνα.

Παιδιά: Ο Άγιος, ο Άγιος!

Όλα τρέχουν πάνω του. Η συγκίνηση που προκαλούν είναι αφόρητη.

Ιάκωβος: Με τα μάτια βουρκωμένα. Είναι δικοί μας... Σιωπή.

Άγνωστη: Γιατί ήθελαν να τους κάνουν κακό;

Ιάκωβος: Ισχυρίζονται πως δεν είναι άνθρωποι...

Η άγνωστη κοιτάζει τα πληγωμένα παιδιά .

Άγνωστη: Μα είναι σαν εμάς.

Κοιτάζει τον άγνωστο.

Άγνωστος: Γι' αυτούς ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι.

Η άγνωστη αγκαλιάζει τα παιδιά.

Άγνωστος: Στον Ιάκωβο. Πρέπει να ξεκουραστείς...

Τον παίρνει στην αγκαλιά του και τον βάζει πάνω σε ένα χαμηλό κρεβάτι . Όλα τα παιδιά έρχονται γύρω του.

Ιάκωβος: Αυτά είναι η δύναμή μου... Χρόνος. Σας περιμένουν στην άλλη γειτονιά.

Άγνωστος: Θα πάμε... Πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε το πόδι σου. Στην άγνωστη. Φέρε νερό να καθαρίσουμε την πληγή του.

Μερικά παιδιά ακολουθούν την άγνωστη.

Ιάκωβος: Δεν της είπες τίποτα;

Άγνωστος: Μόνο αυτά που έπρεπε...

Ιάκωβος: Ξέρουν ότι σας περιμένουμε... Χρόνος. Τρέμουν...

Άγνωστος: Όλα θα πάνε καλά. Δεν είσαι μόνος πια.

Ιάκωβος: Εσείς όμως που είστε πάντα μόνοι;

Άγνωστος: Αποφασίσαμε να μοιράσουμε τη μοναξιά μας.

 







free counters


Opus